Η κ. Κ. Κυριακουλέα και ο κ. Α. Μπόκος συζητούν με τον Δημοσιογραφικό Όμιλο για την Έκθεση Φωτογραφίας και Λόγου «Χωροχρονικές Εστιάσεις»

Τον Νοέμβριο που μας πέρασε, παρουσιάστηκε στο ξενοδοχείο «Μπάγκειον» η μαθητική Έκθεση Φωτογραφίας και Λόγου του Γυμνασίου του σχολείου μας με τίτλο «Χωροχρονικές Εστιάσεις». Επρόκειτο για μια έκθεση στην οποία «συνομίλησαν» η εικόνα, ο λόγος, η ιστορία αλλά κυρίως οι ψυχές μικρών και μεγάλων. Η κ. Κ. Κυριακουλέα και ο κ. Α. Μπόκος, υπεύθυνοι εκπαιδευτικοί, ανοίγουν την καρδιά τους και συζητούν με τους μαθητές του Δημοσιογραφικού Ομίλου για αυτό το ξεχωριστό εγχείρημα.

Ν. Κατωπόδη: Κυρία Κυριακουλέα, πώς γεννήθηκε η ιδέα αυτής της έκθεσης;

Κ. Κυριακουλέα: Ξεκινήσαμε από τη συμμετοχή μας στον διεθνή διαγωνισμό φωτογραφίας της Αιγύπτου πέρυσι. Συμμετείχαν πολλά παιδιά με φωτογραφικό υλικό. Επιλέξαμε κάποιες φωτογραφίες για να τις στείλουμε κι έτσι από τον διεθνή αυτόν διαγωνισμό πήραμε την ιδέα να εκθέσουμε αυτές τις φωτογραφίες σε έναν δημόσιο χώρο.

Ν. Κεφαλληνός: Κύριε Μπόκο, πόσο καιρό την ετοιμάζατε και πόσο δύσκολο ήταν να στηθεί και να οργανωθεί μια τέτοια έκθεση;

Α. Μπόκος: Χρειαστήκαμε αρκετό καιρό. Από τον Μάιο στην ουσία που έγινε ο διαγωνισμός μέχρι και τον Νοέμβριο που έγινε η έκθεση κάναμε συνεχώς κάτι για αυτήν. Δηλαδή, ήταν κάτι που μας απασχολούσε συνέχεια. Όλο το καλοκαίρι δουλέψαμε, καλέσαμε πολλούς ανθρώπους να εμπλακούν και να συμμετάσχουν. Το στήσιμο της έκθεσης, λόγω του ότι  ήταν πιεσμένος ο χρόνος, το κάναμε μέσα σε λίγες μέρες. Αλλά είχε γίνει πολλή προεργασία όλο το καλοκαίρι για να είμαστε έτοιμοι.

Α. Βάκρινου: Κυρία Κυριακουλέα, τι σκέψεις και συναισθήματα σας δημιουργήθηκαν, όταν είδατε το έργο να ολοκληρώνεται και να παίρνει ζωή;

Κ. Κυριακουλέα: Είναι λίγο δύσκολη η απάντηση αυτή. Δεν μπορώ να το αποτυπώσω με λίγα λόγια αλλά είναι σίγουρο ότι ήταν μια μοναδική εμπειρία. Πρώτα να ξεκινήσω από τις σκέψεις. Οι σκέψεις ήταν ότι ξεπέρασε τις προσδοκίες μας σε ένα πρώτο επίπεδο. Δηλαδή δεν φανταζόμασταν, έτσι όπως το είχαμε στο μυαλό μας, ότι όλο αυτό θα πάρει σάρκα και οστά και θα γίνει αυτό που είδαμε, που εισπράξαμε όλοι. Τα συναισθήματα ήταν κυρίως χαρά, ενθουσιασμός, έκπληξη μεγάλη. Δεν περιμέναμε ότι θα έχει αυτό το αποτέλεσμα. Δηλαδή, μας ξεπέρασε, ενώ το είχαμε στο μυαλό μας. Άρα, δεν θα μπορούσαμε με λίγα λόγια να το κλείσουμε όλο αυτό σε μια κουβέντα, σε μια πρόταση, σε μια απάντηση. Το κομμάτι των συναισθημάτων ήταν κάτι μοναδικό για εμάς. Δεν ξέρω αν καλύπτω τον κ. Μπόκο ή αν θέλει να προσθέσει κάτι σε αυτό.

Α. Μπόκος: Να προσθέσω, πέρα από όλα αυτά που είπε η κυρία Κυριακουλέα, σαν συναίσθημα βγήκε το στοιχείο της ικανοποίησης, της χαράς, της δημιουργικότητας. Εγώ κρατάω το συναίσθημα της χαράς. Δηλαδή, νιώσαμε μια χαρά για αυτό που έγινε. Έγινε με χαρά και προσέφερε και σε εμάς τελικά χαρά.

Κ. Κυριακουλέα: Συμφωνώ. Αν επικρατεί κάτι, η χαρά είναι. Ο ενθουσιασμός, όταν βλέπεις κάτι και το πετυχαίνεις. Το φαντάζεσαι αλλά από το να το φαντάζεσαι μέχρι τελικά να γίνει απέχει, γιατί υπάρχουν και αστάθμητοι παράγοντες ή μπορεί να το φαντάζεσαι σε ένα επίπεδο κι αυτό να είναι τελικά είτε προς το χειρότερο είτε προς το καλύτερο, να σε ξεπεράσει. Άρα, όταν είδαμε ότι η έκθεση πραγματοποιήθηκε και πέτυχε και πήγε προς το καλύτερο, αυτό μας γέμισε αυτή τη χαρά. Αλλά για εμένα είναι σημαντικό ότι ξεπέρασε αυτό που είχαμε στο μυαλό μας και πήγε  πιο πάνω από εκεί που περιμέναμε, που προσδοκούσαμε.

Ι. Αργυράκη: Κύριε Μπόκο, αυτό το ταξίδι που ολοκληρώθηκε με την πραγματοποίηση της έκθεσης τι συναισθήματα έχει αφήσει στην ψυχή σας;

Α. Μπόκος: Θα επαναλάβω αυτό που είπα, η γεύση της χαράς έμεινε μέσα μας. Υπήρχαν στιγμές συγκίνησης, αμηχανίας, κούρασης αλλά αυτό που μένει σαν επίγευση είναι η χαρά.

Ι. Κουκουζέλης: Κυρία Κυριακουλέα, τι σχόλια εισπράξατε από τον κόσμο μετά την έκθεση;

 Κ. Κυριακουλέα: Αν μπορούσαμε να αποτυπώσουμε τα σχόλια με λίγα λόγια ήταν πολύ ξεχωριστά. Κοινός τόπος ήταν η συγκίνηση. Το ότι «μίλησαν» οι φωτογραφίες αλλά και ο λόγος στις ψυχές των ανθρώπων. Ότι ήταν κάτι πρωτότυπο, κάτι που ξεχώριζε, δεν το είχαν ξαναδεί σε κάποια άλλη έκθεση, ακριβώς επειδή είχε αυτό το διαθεματικό, δηλαδή ήταν και εικόνα και λόγος. Δε φανταζόντουσαν, δηλαδή, τις φωτογραφίες να συνοδεύονται από τόσα πολλά και διαφορετικά κείμενα. Έτσι, όλο αυτό τους έκανε μεγάλη εντύπωση, θετική εντύπωση. Και προκάλεσε και σε αυτούς πολλά ξεχωριστά συναισθήματα.  Αλλά αυτό που κυριαρχούσε και το βλέπαμε και στα πρόσωπά τους, πέρα από αυτά που έγραφαν στο βιβλίο των εντυπώσεων, ήταν η συγκίνηση. Έβγαιναν πολλοί με δάκρυα στα μάτια. Υπήρχε και ένα ειδικό αφιέρωμα στο Ολοκαύτωμα που κι αυτό τους συγκίνησε πολύ. Άρα, στο σύνολό της η έκθεση, επειδή είχε να κάνει με ανθρώπινες σχέσεις, «μίλησε» κατά κάποιο τρόπο μέσα τους.

Μ. Τουρούκη: Κύριε Μπόκο, τι είναι για εσάς η φωτογραφία;

Α. Μπόκος: Δύσκολη ερώτηση. Η φωτογραφία είναι ένα μήνυμα. Βασικά η φωτογραφία είναι πολλά πράγματα. Αλλά πιστεύω πως πάντα έχει να δώσει ένα μήνυμα. Είναι κάτι το οποίο βλέπει ο φωτογράφος, κάτι το οποίο καταφέρνει ο φωτογράφος να συλλάβει με τον φακό του και το οποίο εκπέμπει σαν μήνυμα στους θεατές της φωτογραφίας.

Ε. Μάντη: Κλείνοντας να απευθύνω μια ερώτηση και στους δύο. Πιστεύετε πως μια εικόνα ισοδυναμεί με χίλιες λέξεις ή οι λέξεις δημιουργούν στη ψυχή μας χιλιάδες εικόνες; Με άλλα λόγια η εικόνα ή ο λόγος έχει μεγαλύτερη δύναμη για εσάς;

Κ. Κυριακουλέα: Πολύ ωραία ερώτηση!

Α. Μπόκος: Ένα από τα μηνύματα της έκθεσης που αποκομίσαμε εμείς είναι ότι ισχύουν και τα δύο. Γιατί μια εικόνα σε έναν θεατή μπορεί να προκαλέσει χίλιες σκέψεις ή λέξεις, αλλά σε έναν άλλον θα προκαλέσει άλλες χίλιες και σε έναν τρίτο άλλες χίλιες. Οπότε είναι πολλαπλά τα μηνύματα που μπορείς να πάρεις από μια εικόνα, ή πολλαπλές οι αναγνώσεις που μπορούν να γίνουν. Αναλόγως, λοιπόν, του τι έχει ο καθένας μέσα του σαν βίωμα, θα «διαβάσει» διαφορετικά μια φωτογραφία.

 Κ. Κυριακουλέα: Συμφωνώ απόλυτα. Ένα από τα μηνύματα της έκθεσης που θα μπορούσαμε να κρατήσουμε είναι οι πολλές διαφορετικές αναγνώσεις. Γι΄ αυτό και οι φωτογραφίες «διαβάστηκαν» από πολλούς διαφορετικούς δέκτες. Και προσεγγίστηκαν όχι απλώς από πολλά διαφορετικά άτομα αλλά έγινε μια προσπάθεια να εμπλακούν και να συνομιλήσουν με τις φωτογραφίες διαφορετικές τέχνες και επιστήμες και να καταδείξουμε τις διαφορετικές «αναγνώσεις» που μπορεί να έχει μια φωτογραφία. Είχαμε φωτογραφία που «διαβάστηκε» ως μαθηματικός ορισμός και η ίδια φωτογραφία σε έναν άλλο άνθρωπο μπορούσε να θυμίσει ένα λογοτεχνικό κείμενο ή να τον παρακινήσει να γράψει και κάτι δικό του, μια δική του ιστορία. Αυτό δείχνει τις πόσες πολλές διαφορετικές «αναγνώσεις» μπορεί να έχει μια φωτογραφία. Αυτό είναι το ένα πολύ βασικό που επισημαίνει ο κ. Μπόκος. Άλλο ένα που θα ήθελα να τονίσω είναι το εξής: Πρέπει να καταλάβουμε ότι οι τέχνες πρέπει να συνεργάζονται. Είτε αυτό λέγεται τέχνη του λόγου, είτε τέχνη της εικόνας. Αν και κυριαρχεί κάποιες φορές το ένα στο άλλο, όμως, όταν αυτά συμπορευτούν, μπορούν να φτιάξουν ένα διαφορετικό ταξίδι. Σε κάποιες περιπτώσεις είναι απλώς δυο ταξιδιώτες που στέλνουν μαζί ένα μήνυμα. Άλλες φορές στην έκθεση οι εικόνες κυριαρχούσαν του λόγου. Κάποιες φορές ο λόγος είχε μεγαλύτερη δύναμη. Δεν έχει σημασία αν κρατιέται η ισορροπία και είναι ισότιμη η φωτογραφία με τον λόγο και «ταξιδεύουν» μαζί. Σε αυτό το ταξίδι κάποιος θα κυριαρχήσει από τους δύο. Σημασία έχει το αποτέλεσμα που σε εμάς δίνει. Μπορούν να είναι πολλές διαφορετικές οι ισορροπίες ή να μην υπάρχει καν ισορροπία. Σημασία έχει πώς αυτά τα δύο μπορούν να επικοινωνήσουν. Και από αυτήν την επικοινωνία, το κοινό τους ταξίδι –όπως λέω εγώ- όταν συμπορεύονται, τι μπορούν να αφήσουν σε εμάς. Και να μη ξεχνάμε πως όταν οι τέχνες συνεργάζονται, όπως και οι άνθρωποι, αφήνουν πάρα πολύ ωραία αποτελέσματα. Για αυτό και σε δουλειές, όπως το «Γρα Γρου» των  Τ. Ζαχαριάδη, Γ. Παλαβού και Θ. Πέτρου, στο οποίο συνεργάζονται τρεις διαφορετικές τέχνες, λόγος, εικόνα και μουσική έχουμε πολύ ωραία αποτελέσματα. Η κάθε τέχνη έχει τη δική της δυναμική και αξία και πρέπει λίγο, παρότι είμαστε φιλόλογοι, να καταλάβουμε ότι δεν κυριαρχεί σε όλα ο λόγος. Πρέπει λίγο να περιοριστεί η «αλαζονεία» του λόγου. Ο λόγος έχει μεγάλη δύναμη αλλά και η εικόνα έχει τη δική της δύναμη και η μουσική έχει τη δική της δύναμη. Όταν αυτά ενωθούν το κοινό αποτέλεσμα είναι εκπληκτικό.

Μαθητές: Σας ευχαριστούμε πολύ.

Κ. Κυριακουλέα, Τ. Μπόκος: Εμείς σας ευχαριστούμε πολύ.

Η έκθεση «Χωροχρονικές Εστιάσεις» παρουσιάστηκε στο ξενοδοχείο «Μπάγκειον» από τις 5 έως τις 11 Νοεμβρίου 2018.

Υπεύθυνοι εκπαιδευτικοί: Κυριακή Κυριακουλέα, Τάσος Μπόκος

Επικοινωνία: Νατάσα Μερκούρη 

Γραφιστικά: Τάσος Παπατσώρης

Συνέντευξη με την ιδρύτρια και πρόεδρο του Συνδέσμου Κοινωνικής Ευθύνης για Παιδιά, κ. Αθηνά Κρητικού

  • Μιλήστε μας για το πώς ξεκίνησε το όραμα του ΣΚΕΠ και πώς τελικά έγινε πραγματικότητα.

Κατά τύχη και κατά λάθος ξεκίνησε ο ΣΚΕΠ. Θα έλεγα ψέματα αν σας έλεγα ότι ήμουν ένα άτομο ευαισθητοποιημένο, ένα άτομο ενημερωμένο, ένα άτομο με καλές προθέσεις και διαθέσεις, είναι λάθος και είναι ψέμα. Έχω σπουδάσει νομικά, ήμουν χρόνια στον χώρο της επικοινωνίας και κατά λάθος έτυχε να προσεγγίσω κάποια σωματεία, κάποιες ομάδες που φροντίζουν άτομα με αναπηρία. Και ξαφνικά ανακάλυψα έναν κόσμο, ο οποίος ήταν αόρατος κι άγνωστος σε εμένα, γιατί μιλάμε για ένα περίπου 15% τα άτομα με αναπηρία. 15% του πληθυσμού, φτάνουμε το εκατομμύριο. Είναι πάρα πολύ μεγάλο ποσοστό αυτό. Εσείς συναντάτε τόσα άτομα με αναπηρία, είτε είναι κινητική, είτε είναι νοητική, αισθητηριακή, στον δρόμο, στη διασκέδασή σας, στην καθημερινότητά σας; Εκεί ομολογώ ότι ήρθε ένα σοκ. Από πού βγήκαν όλα αυτά τα άτομα, τα οποία δεν έβλεπα ποτέ; Άρχισα, λοιπόν, να προσεγγίζω αυτόν τον αόρατο κόσμο και όταν προσεγγίζεις ένα πρόβλημα, είτε συμπτωματικά είτε όχι (γιατί εγώ δεν είχα άμεσα ή έμμεσα το πρόβλημα στην οικογένειά μου), όταν προσεγγίζεις μια άλλη πραγματικότητα, μια άλλη καθημερινότητα στην ουσία έχεις δύο λύσεις στη ζωή, ή να κάνεις ότι δεν βλέπεις το πρόβλημα και να γυρίσεις την πλάτη και να το αγνοήσεις, ή να πεις ότι θέλω να κάνω κάτι για αυτό∙ με αυτά που ξέρω, με την προσωπικότητα τη δική μου, γιατί κανένας δεν αλλάζει, κι ο καθένας πρέπει να το κάνει βάσει της δικής του πίστης και των δικών του δεδομένων και της ζωής του γενικότερα, των εμπειριών του. Εκεί, λοιπόν, άρχισα να σκέφτομαι ότι όλη μου η ζωή κινείτο γύρω από την επικοινωνία, άρα τι θα μπορούσα να κάνω γύρω από την επικοινωνία; Σκέφτηκα ότι ένα ουσιαστικό θέμα που προκύπτει είναι ότι πρέπει οι μεν και οι δε να γνωριστούν, να έρθουν σε επαφή, διότι ακριβώς πρέπει να σπάσουμε τον πάγο, τον φόβο, την αδιαφορία και αυτό για να γίνει πρέπει να γνωρίσεις ποιους έχεις απέναντί σου ή δίπλα σου. Και λέω απέναντι –δεν το λέω ρατσιστικά– το λέω γιατί δεν τους βλέπεις, δεν είναι δίπλα σου, άρα είναι απέναντι, άρα είναι κάπου κι είναι κάπου κλεισμένοι, είναι κάπου απομονωμένοι. Έτσι ξεκίνησε, με τελείως, θα έλεγα, απρόσμενο τρόπο κι απλά υπήρξε μια απόφαση στη ζωή μου, επειδή εκεί ήμουν περίπου 47 με 50 ετών ήδη, άρα δεν είχα να αποδείξω τίποτα επαγγελματικά, είχα τη ζωή που ήθελα να κάνω κι είπα ότι θα ασχοληθώ με αυτό. Κι όταν λες ότι θα ασχοληθείς με κάτι και κυρίως όταν έχεις να κάνει με ένα «κοινωνικό έργο», πρέπει κυριολεκτικά να αφοσιωθείς. Δηλαδή, αν θέλεις να το κάνεις σαν μια παρένθεση στη ζωή σου μεταξύ τυριού κι αχλαδιού, καλύτερα να μην το κάνεις καθόλου. Πρέπει να μπεις στο θέμα που έχεις επιλέξει, να δώσεις ό,τι καλύτερο έχεις εσύ ως άτομο και κυρίως να το κάνεις με συνέπεια.

Ως προς το πώς έγινε πραγματικότητα, υπάρχει μια μαγική συνταγή στη ζωή, δεν χρειάζεται να είσαι ούτε πολύ έξυπνος ούτε πολύ ταλαντούχος. Θέλει να έχεις πολύ πείσμα στη ζωή, επιμονή, υπομονή και πάλι πείσμα. Αν διαβάσεις συνεντεύξεις πρωταθλητών, θα σου πουν ότι αυτός δεν ήταν ενδεχομένως ο καλύτερος αθλητής, μπορεί να είχε ένα ταλέντο, αλλά είναι αυτός που πείσμωσε παραπάνω απ’ όλους. Το πείσμα στη ζωή σας, η υπομονή και η επιμονή είναι αυτά που θα σας κάνουν τη διαφορά στο να πετύχετε.

Φυσικά είχα πάρα πολλά προβλήματα στην αρχή, διότι αυτό που αποφάσισα να κάνω, αυτή η πλατφόρμα επικοινωνίας δεν υπήρχε πουθενά κι ακόμα παραμένουμε το μόνο σωματείο που κάνει αυτή τη δουλειά, τόσο στην Ελλάδα όσο και στο εξωτερικό (γιατί συνήθως αυτό που γίνεται στον χώρο της αναπηρίας είναι τα σωματεία ή οι φορείς που υπάρχουν να φροντίζουν ειδικές ομάδες, δηλαδή με κινητική αναπηρία, νέους με αισθητηριακή αναπηρία, φροντίζουν δηλαδή ομάδες). Αυτό που δεν υπήρχε κι ακόμα είμαστε οι μόνοι που το κάνουμε, είναι το link. Ότι εγώ δεν φροντίζω τους μεν και τους δε, όμως τους φέρνω σε επαφή, το τι θα γίνει  μεταξύ τους μετά είναι προσωπική τους υπόθεση.

Έχουμε εκπαιδευτικά προγράμματα εξοικείωσης με την αναπηρία, τα μισά μας στελέχη έχουν αναπηρία. Το 70-80 % των δραστηριοτήτων μας είναι να πηγαίνουν σε σχολεία τα στελέχη μας με αναπηρία, όπου κατά τη διάρκεια μιας διδακτικής ώρας δίνεται η δυνατότητα στους μαθητές μέσω ενός ανοικτού διαλόγου να λύνουν απορίες και να κάνουν ερωτήσεις. Αυτοί εξηγούν ποιοι είναι, ποια είναι η καθημερινότητά τους, ποιες είναι οι προκλήσεις, ποιες είναι οι λύσεις, γιατί η αναπηρία δεν πάει να πει ότι είμαι άχρηστος, πάει να πει ότι ενδεχομένως εμείς όλοι οι άλλοι δεν τους δίνουμε την πρόσβαση στα ισότιμα δικαιώματα που πρέπει να έχουν, π.χ. μη προσβάσιμοι χώροι (ράμπες, αναπηρικές τουαλέτες). Αλλά για να φτάσεις στο επίπεδο να σκεφτείς ότι χρειάζεται ράμπα, πρέπει να γνωρίζεις ποιο είναι το πρόβλημα. Πρέπει δηλαδή να έχεις εντοπίσει το πρόβλημα, ώστε να μπορέσεις να βρεις τις λύσεις. Αυτό είναι το σχεδόν 80% των δράσεών μας και το κάνουμε με έγκριση του Υπουργείου Παιδείας.

Κι ένα άλλο πρόγραμμα που έχουμε είναι τα «Αποτυπώματα», που είναι εργαστήρια στο μουσείο Βορρέ, πάλι με έγκριση του Υπουργείου Παιδείας. Εκεί έρχονται σχολεία γενικής εκπαίδευσης και νέοι με αναπηρία από κοινωνικούς φορείς ή ειδικά σχολεία, 9.30-12.30 και μέσα από καλλιτεχνικά εργαστήρια, αθλητικά, εργαστήρια, ομιλίες με νέους με αναπηρία τα παιδιά πάλι μαθαίνουν, εξοικειώνονται, αναγνωρίζουν, λύνουν απορίες. Κανείς δε σας υποχρεώνει να είστε φίλοι. Η επιλογή της φιλίας είναι δική σας υπόθεση. Αλλά κανείς δεν έχει το δικαίωμα να στερεί σε κάποιον άλλον τα ανθρώπινα δικαιώματά του. Μάλιστα  η φιλοσοφία της αναπηρίας είναι πλέον ότι η αναπηρία είναι ένα χαρακτηριστικό. Όπως λες ότι είμαι ψηλός, ξανθός, παχουλός, μελαχρινός, έχω αναπηρία. Το πρόβλημα της αναπηρίας είναι κοινωνικό. Δηλαδή, εμείς που δεν έχουμε αναπηρία δημιουργούμε αυτά τα προβλήματα της καθημερινότητας στα άτομα που έχουν αναπηρία. Αν, λοιπόν, υπήρχε η κατάλληλη εκπαίδευση, ενημέρωση, από μικρή ηλικία, αυτά τα προβλήματα δεν θα υπήρχαν. Το μεγαλύτερο πρόβλημα δεν είναι η έλλειψη προσβασιμότητας αλλά τα στερεότυπα και οι προκαταλήψεις. Είναι σαν να σας λέω γράψτε έκθεση χωρίς να ξέρετε αλφάβητο. Ξεκινάς από κάπου για να καταλήξεις. Άρα, εμείς σας μαθαίνουμε την αλφάβητο των ανθρώπινων σχέσεων. Και το εκπαιδευτικό πρόγραμμα που έχουμε στα σχολεία, που το ονομάζουμε «Μαθαίνω να βλέπω τον άνθρωπο», έχει σκοπό να προετοιμαστείτε στην αποδοχή της διαφορετικότητας κι εμείς θέλουμε να αναδείξουμε τη μοναδικότητα του καθενός. Γιατί η λέξη «διαφορετικότητα» κι αυτή είναι υποκριτική. Όλοι διαφορετικοί είμαστε, άρα αυτό που πρέπει να μάθουμε είναι να σεβόμαστε ο καθένας τη μοναδικότητα του άλλου ανθρώπου. Ο πολιτισμός μιας χώρας κρίνεται πρώτα απ’ όλα από τον σεβασμό. Σπάζοντας τα στερεότυπα των νέων πολλές φορές καταλήγουμε σε πολύ ωραίες αλλαγές στάσης και νοοτροπίας στους μεγάλους, δηλαδή έχουμε παιδιά που εκπαιδεύουν τους γονείς τους π.χ. να μην παρκάρουν σε αναπηρική ράμπα.

  • Μιλήστε μας περισσότερο για αυτή τη δράση και το έργο του ΣΚΕΠ.

Έχουμε εκπαιδευτικά προγράμματα ενημέρωσης κι εξοικείωσης με την αναπηρία. Ενημερώνουμε περίπου 20.000 μαθητές τον χρόνο. Ο στόχος μας είστε εσείς οι μαθητές, γιατί είστε οι πολίτες του αύριο. Λέμε πολλές φορές –θα το πω άκομψα, είναι μια λέξη την οποία φυσικά εμείς δε χρησιμοποιούμε αλλά την ακούς γύρω σου-ότι τα παιδιά είναι «κακά». Όχι! Νομίζω ότι όταν κάποιος δε γνωρίζει, πολλές φορές από άμυνα έχει μια συμπεριφορά που μπορεί να μην είναι κομψή. Τα παιδιά καταλαβαίνουν απόλυτα και πολύ γρήγορα, όταν κάποιος απλά έχει την ευγένεια και τον χρόνο να τους εξηγήσει τι αντιμετωπίζουν. Γιατί πολλές φορές αυτή η κακή αντίδραση ως προς την αναπηρία είναι αγωνία, είναι αμηχανία, είναι φόβος του ότι μπορεί να πω κάτι που θα προσβάλει ή κάτι που θα στενοχωρήσει το άτομο με αναπηρία, άρα γυρνάω την πλάτη και προτιμώ να μην πω τίποτα.

Δεν υπάρχει χειρότερο πράγμα σε μια κοινωνία από την αδιαφορία! Είναι καλύτερο να πεις σε ένα άτομο με αναπηρία κάτι που ενδεχομένως θα το στενοχωρήσει –και δε θα φταίτε πάντα, αν κανείς δε σας έχει πει ποιες είναι οι προτεραιότητες, ποια είναι τα θέλω, ποια είναι τα προβλήματα, ποιες είναι οι λύσεις.

Υπάρχει επικοινωνία. Μεταξύ σας με τους φίλους σας δε θα πείτε κάποια στιγμή κάτι που θα στενοχωρήσει ο ένας τον άλλον; Φυσικά και θα το κάνετε! Μέσα στη ζωή και τις ανθρώπινες σχέσεις είναι και η στενοχώρια. Πρέπει κανείς να ξεκολλήσει και να προχωρήσει ένα βήμα παραπέρα. […] Δε σας ζητάει κανείς να κάνετε τις σωστές ερωτήσεις, να μην αισθάνεστε αμηχανία. Αυτό που σας ζητάμε είναι: Ρωτήστε για να μάθετε! Το ζητούμενο είναι αν μάθετε, να μη συνεχίσετε να το κάνετε. Το να αποφασίσω ότι δε θέλω να είμαι φίλος-η π.χ. με τον Παναγιώτη, αυτό είναι δικό σας θέμα. Δεν μπορείτε να θέλετε να είστε φίλοι με όλον τον κόσμο! Αλλά όταν θα δείτε τον Παναγιώτη, να ξέρετε πώς θα του συμπεριφερθείτε. Να μην έχετε ενοχές για τα συναισθήματά σας. Μαθαίνουμε. Προσπαθώ να είμαι καλύτερος άνθρωπος για εμένα. Το οφείλω πρώτα σε εμένα, γιατί αν ξέρω να σέβομαι τον εαυτό μου και να είμαι συνεπής στις δικές μου υποχρεώσεις, θα είμαι συνεπής και με τους άλλους. Άρα είναι μια γενικότερη στάση ζωής.

  • Πώς αντιμετωπίζουν οι Έλληνες τα άτομα με αναπηρία σε σύγκριση με τους υπόλοιπους Ευρωπαίους;

Απαράδεκτα! Σε ανθρώπινο επίπεδο. Δεν έχουμε την έννοια του σεβασμού μέσα μας. Βέβαια, απαράδεκτα, γιατί δεν ξέρουμε. Δηλαδή είναι σαν να σου πω πήγαινε γράψε εξετάσεις και μη διαβάσεις όλον το χρόνο! Θα γράψεις χάλια! […] Πρέπει επιτέλους να καταλάβουμε πως κάποια πράγματα δε γίνονται, αν δε βάλει ο καθένας το χεράκι μας! […] Νομίζω ότι αν ο καθένας  από εσάς κάνει κάτι, τουλάχιστον να πει ότι θέλω να το δω διαφορετικά το όλο θέμα, θέλω να προσπαθήσω να το δω, ήδη είναι ένα ξεκίνημα και είναι πάρα πολύ σωστό νομίζω.

  • Ποια είναι η κατάσταση, επαγγελματική και εκπαιδευτική, που επικρατεί για τους ανθρώπους με αναπηρία;

Κατ’ αρχάς, ήδη πρακτικά, οι μισές εταιρείες δεν είναι προσβάσιμες. Διότι πρόσβαση δεν πάει να πει μόνο τα σκαλοπάτια. Υπάρχουν ορισμένες συγκεκριμένες προδιαγραφές, π.χ. στην τουαλέτα πόρτα πάνω από 65 εκ. και άνοιγμα της πόρτας προς τα έξω. Εκπαιδευτικά, ενώ υπάρχει νομοθεσία–γιατί ένας άνθρωπος που έχει π.χ. κινητική αναπηρία δεν έχει πρόβλημα νοητικό, άρα θα μπορούσε με κάποιους τρόπους να συμμετάσχει στη γενική εκπαίδευση– τα άτομα με αναπηρία δεν έχουν την ίδια πρόσβαση στην εκπαίδευση, στην κοινωνία, στον επαγγελματικό χώρο, για λόγους προσβασιμότητας και στάσης της κοινωνίας. Γιατί η προσβασιμότητα εξαρτάται από τη στάση της κοινωνίας. […]

  • Ποια είναι τα βασικά προβλήματα που αντιμετωπίζουν τα άτομα με αναπηρία στη χώρα μας;

Κατ’ αρχάς, η στάση της κοινωνίας απέναντί τους. Είναι «δεν βλέπω», «δεν ξέρω», «δεν ακούω». Αδιαφορία. Εάν πάρουμε το καλό κομμάτι, η αμηχανία, ο φόβος, όχι «δε θέλω να ξέρω» αλλά «επειδή δε γνωρίζω πώς πρέπει να συμπεριφερθώ, γυρνάω την πλάτη». Αλλά και πάλι αυτά τα άτομα που δεν έχουν κακές προθέσεις δεν κάνουν κάτι για να αλλάξουν ορισμένα πράγματα. Άρα κι εκεί είναι θέμα εκπαίδευσης. Είναι κυριολεκτικά προσβασιμότητα, στάση της κοινωνίας.

20181030_134804

Blog at WordPress.com.

Up ↑

Create your website at WordPress.com
Get started